uppmärksamhet Griego
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇸🇪 Ge uppmärksamhet åt detaljerna
🇬🇷 Δώσε προσοχή στις λεπτομέρειες
🇸🇪 Han visade stor uppmärksamhet
🇬🇷 Εκείνος έδειξε μεγάλη προσοχή
|
uso cotidiano | |
|
formal
🇸🇪 Han behandlade ämnet med stor uppmärksamhet
🇬🇷 Χειρίστηκαν το θέμα με μεγάλη επιμέλεια
🇸🇪 Uppmärksamhet på detaljer är viktigt
🇬🇷 Η επιμέλεια στις λεπτομέρειες είναι σημαντική
|
formal | |
|
raro
🇸🇪 Fokus och uppmärksamhet behövs
🇬🇷 Χρειάζεται εστίαση και προσοχή
🇸🇪 Uppmärksamhet är avgörande i experiment
🇬🇷 Η εστίαση είναι καθοριστική στο πείραμα
|
técnico | |
|
común
🇸🇪 Författaren fångade läsarens uppmärksamhet
🇬🇷 Ο συγγραφέας κατάφερε να κρατήσει την προσοχή του αναγνώστη
🇸🇪 Hans uppmärksamhet var som ett fokuserat ljus
🇬🇷 Η προσοχή του ήταν σαν ένα εστιασμένο φως
|
literario |