tonsill Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇸🇪 Jag har ont i tonsillen
🇬🇷 Έχω πόνο στον αμυγδαλή
🇸🇪 Läkaren undersökte mina tonsiller
🇬🇷 Ο γιατρός εξέτασε τις αμυγδαλές μου
|
médico | |
|
común
🇸🇪 Tonsiller är viktiga för immunförsvaret
🇬🇷 Οι αμυγδαλές είναι σημαντικές για το ανοσοποιητικό σύστημα
🇸🇪 Studier visar att tonsiller kan behöva tas bort vid kroniska infektioner
🇬🇷 Μελέτες δείχνουν ότι οι αμυγδαλές μπορεί να χρειαστεί να αφαιρεθούν σε χρόνιες λοιμώξεις
|
científico | |
|
raro
🇸🇪 Den lilla pojken hade ont i sin tonsill
🇬🇷 Το μικρό αγόρι πονούσε στην αμυγδαλή του
🇸🇪 Kärleken växte i hans hjärta som en växande tonsill
🇬🇷 Η αγάπη μεγάλωνε στην καρδιά του όπως μια αναπτυσσόμενη αμυγδαλή
|
literario |