kö+qualifier Griego
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇸🇪 Jag stod i kö för att köpa biljetter
🇬🇷 Περίμενα στη σειρά για να αγοράσω εισιτήρια
🇸🇪 Kön var lång igår
🇬🇷 Η ουρά ήταν μεγάλη χθες
|
uso cotidiano | |
|
común
🇸🇪 Please join the queue
🇬🇷 Παρακαλώ μπείτε στη σειρά
🇸🇪 The queue moved slowly
🇬🇷 Η ουρά προχωρούσε αργά
|
formal | |
|
común
🇸🇪 Εγώ ήμουν στη γραμμή
🇬🇷 Εγώ ήμουν στη γραμμή
🇸🇪 Η γραμμή ήταν μακριά
🇬🇷 Η γραμμή ήταν μεγάλη
|
lengua estándar | |
|
formal
🇸🇪 There was a long wait in the queue
🇬🇷 Υπήρξε μεγάλη αναμονή στη σειρά
🇸🇪 Waiting in line can be frustrating
🇬🇷 Το να περιμένεις σε ουρά μπορεί να είναι αποθαρρυντικό
|
formal |