ekologisk Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇸🇪 Ekologisk mat är bättre för miljön
🇬🇷 Οικολογικά τρόφιμα είναι καλύτερα για το περιβάλλον
🇸🇪 De säljer ekologisk hudvård
🇬🇷 Πωλούν οικολογικά προϊόντα περιποίησης δέρματος
|
formal | |
|
común
🇸🇪 Ekologisk odling är viktigt
🇬🇷 Βιολογική καλλιέργεια είναι σημαντική
🇸🇪 Det finns ekologiska produkter på marknaden
🇬🇷 Υπάρχουν βιολογικά προϊόντα στην αγορά
|
científico | |
|
raro
🇸🇪 Ekologisk hållbarhet är avgörande
🇬🇷 Η οικολογική βιωσιμότητα είναι κρίσιμη
🇸🇪 De utvecklar ekologiska och hållbara lösningar
🇬🇷 Αναπτύσσουν οικολογικές και βιώσιμες λύσεις
|
técnico |