bikt Griego
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇸🇪 Han gick till prästen för att göra sin bikt
🇬🇷 Πήγε στον ιερέα για να κάνει την εξομολόγησή του
🇸🇪 Bikten är en viktig del av den katolska tron
🇬🇷 Η εξομολόγηση είναι σημαντικό μέρος της καθολικής πίστης
|
formal | |
|
común
🇸🇪 Hon berättade sin bikt för nära vänner
🇬🇷 Ανέφερε την εξομολόγησή της σε κοντινούς φίλους
🇸🇪 Bikten kan vara en form av självrannsakan
🇬🇷 Η εξομολόγηση μπορεί να είναι μια μορφή αυτοεξέτασης
|
literario | |
|
común
🇸🇪 Han kände stor bikt efter vad han gjort
🇬🇷 Ένιωσε μεγάλη μετάνοια για όσα έκανε
🇸🇪 Bikten kan leda till försoning
🇬🇷 Η μετάνοια μπορεί να οδηγήσει στη συμφιλίωση
|
uso cotidiano | |
|
común
🇸🇪 Bikten är en sakrament inom katolicismen
🇬🇷 Η εξομολόγηση είναι ένα μυστήριο στον καθολικισμό
🇸🇪 Han gick till kyrkan för att göra sin bikt
🇬🇷 Πήγε στην εκκλησία για να κάνει την εξομολόγησή του
|
contextReligious |