krydder Griego
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇳🇴 Jeg kjøpte krydder til middagen
🇬🇷 Έχω αγοράσει μπαχαρικά για το δείπνο
🇳🇴 Krydder gir maten mer smak
🇬🇷 Τα μπαχαρικά δίνουν περισσότερο γεύση στο φαγητό
|
uso cotidiano | |
|
común
🇳🇴 Han brukte ulike krydder i oppskriften
🇬🇷 Χρησιμοποίησε διάφορα καρυκεύματα στη συνταγή
🇳🇴 Krydder er viktig i matkulturen
🇬🇷 Τα καρυκεύματα είναι σημαντικά στη διατροφή
|
formal | |
|
raro
🇳🇴 Hun beskrev krydderets aroma som fantastisk
🇬🇷 Περιέγραψε το άρωμα των αρωματικών ως υπέροχο
🇳🇴 Krydder kan forvandle en rett
🇬🇷 Τα αρωματικά μπορούν να αλλάξουν ένα πιάτο
|
literario | |
|
común
🇳🇴 Jeg elsker å bruke krydder i matlagingen
🇬🇷 Μου αρέσει να χρησιμοποιώ μπαχαρικά στο μαγείρεμα
🇳🇴 Dette krydderet gir retten et godt preg
🇬🇷 Αυτή η μπαχαρικά δίνουν στο πιάτο μια ωραία αίσθηση
|
coloquial |