liquidità Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇮🇹 La liquidità dell'azienda è essenziale per pagare i debiti.
🇬🇷 Η ρευστότητα της εταιρείας είναι απαραίτητη για την πληρωμή των χρεών.
🇮🇹 Il problema principale è la mancanza di liquidità.
🇬🇷 Το βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη ρευστότητας.
|
negocios | |
|
técnico
🇮🇹 La liquidità di un materiale è una proprietà fisica.
🇬🇷 Η υγρότητα ενός υλικού είναι μια φυσική ιδιότητα.
🇮🇹 Studiamo la liquidità dei fluidi in fisica.
🇬🇷 Μελετάμε την υγρότητα των υγρών στη φυσική.
|
científico | |
|
común
🇮🇹 La liquidità del mercato azionario è molto alta.
🇬🇷 Η ρευστότητα της χρηματιστηριακής αγοράς είναι πολύ υψηλή.
🇮🇹 Gli investitori cercano la liquidità prima di acquistare azioni.
🇬🇷 Οι επενδυτές αναζητούν ρευστότητα πριν αγοράσουν μετοχές.
|
contextFinancial |