qualifierhu Griego
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇭🇺 A qualifier is used to specify a property
🇬🇷 Ένας προσδιοριστής χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει μια ιδιότητα
🇭🇺 In programming, qualifiers modify variables
🇬🇷 Στον προγραμματισμό, οι προσδιοριστές τροποποιούν τις μεταβλητές
|
técnico | |
|
raro
🇭🇺 The qualifier affects the results
🇬🇷 Ο προσδιοριστής επηρεάζει τα αποτελέσματα
🇭🇺 In scientific experiments, qualifiers are important
🇬🇷 Σε επιστημονικά πειράματα, οι προσδιοριστές είναι σημαντικοί
|
científico | |
|
común
🇭🇺 He is a qualifier expert
🇬🇷 Είναι ειδικός στους προσδιοριστές
🇭🇺 The qualifier term clarifies the meaning
🇬🇷 Ο όρος προσδιοριστής διευκρινίζει το νόημα
|
formal | |
|
común
🇭🇺 A qualifier helps categorize items
🇬🇷 Ένας κατηγοριοποιητής βοηθά στην ταξινόμηση αντικειμένων
🇭🇺 In games, qualifiers determine eligibility
🇬🇷 Στα παιχνίδια, οι κατηγοριοποιητές καθορίζουν την επιλεξιμότητα
|
uso cotidiano |