έκπληκτος Árabe
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Έμεινε έκπληκτος όταν το άκουσε
🇸🇦 ظل مندهشًا عندما سمع ذلك
🇬🇷 Ήταν έκπληκτος με τα νέα
🇸🇦 كان مندهشًا بالأخبار
|
uso cotidiano | |
|
común
🇬🇷 Ο επιστήμονας ήταν έκπληκτος από τα αποτελέσματα
🇸🇦 كان العالم مذهولًا من النتائج
🇬🇷 Αντιλήφθηκε την κατάσταση έκπληκτος
🇸🇦 فهم الأمر مذهولًا
|
formal | |
|
formal
🇬🇷 Η εξέλιξη ήταν έκπληξη για όλους
🇸🇦 كان التطور مفاجأة للجميع
🇬🇷 Το γεγονός ήταν έκπληξη στην ιστορία
🇸🇦 كان الحدث مفاجأة في التاريخ
|
literario | |
|
común
🇬🇷 Έμεινα έκπληκτος από την είδηση
🇸🇦 شعرت بمصدوم من الخبر
🇬🇷 Ήταν έκπληκτος και δεν ήξερε τι να πει
🇸🇦 كان مصدومًا ولم يعرف ماذا يقول
|
coloquial |