τελετουργία Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Η τελετουργία ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
🇪🇸 La ceremonia terminó con éxito.
🇬🇷 Οι αρχαίες τελετουργίες ήταν σημαντικό μέρος της θρησκείας.
🇪🇸 Los rituales antiguos eran una parte importante de la religión.
|
formal | |
|
formal
🇬🇷 Το τελετουργικό της λειτουργίας είναι πολύπλοκο.
🇪🇸 El ritual de la ceremonia es muy complejo.
🇬🇷 Οι επιστήμονες μελετούν τα τελετουργικά της προϊστορικής εποχής.
🇪🇸 Los científicos estudian los rituales de la prehistoria.
|
técnico | |
|
común
🇬🇷 Ο γάμος ήταν μια αρχαία τελετουργία που περιλάμβανε πολλά ρητά και τελετές.
🇪🇸 El matrimonio era un antiguo rito que incluía muchas palabras y ceremonias.
🇬🇷 Ο συγγραφέας περιγράφει το τελετουργικό της εποχής του.
🇪🇸 El autor describe el rito de su época.
|
literario | |
|
formal
🇬🇷 Το τελετουργικό ήταν πολύ επίσημο.
🇪🇸 El ceremonial fue muy formal.
🇬🇷 Οι τελετές πραγματοποιούνται σύμφωνα με το πρωτόκολλο.
🇪🇸 Las ceremonias se llevan a cabo según el protocolo.
|
formal |