σύνδρομο+επίκτητης+ανοσολογικής+ανεπάρκειας Español
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Ο ιός προκαλεί σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας
🇪🇸 El virus causa síndrome de inmunodeficiencia adquirida
🇬🇷 Ο ασθενής διαγνώστηκε με σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας
🇪🇸 El paciente fue diagnosticado con síndrome de inmunodeficiencia adquirida
|
médico | |
|
común
🇬🇷 Ο όρος ΣΔΙΑ χρησιμοποιείται συχνά στην ιατρική
🇪🇸 El término SIDA se usa a menudo en medicina
🇬🇷 Η θεραπεία για το σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας έχει προχωρήσει
🇪🇸 El tratamiento para el síndrome de inmunodeficiencia adquirida ha avanzado
|
formal | |
|
técnico
🇬🇷 Το σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας αφορά την ανικανότητα του οργανισμού να καταπολεμήσει λοιμώξεις
🇪🇸 La inmunodeficiencia adquirida se refiere a la incapacidad del organismo para combatir infecciones
🇬🇷 Ερευνητές μελετούν τις αιτίες της ανοσολογικής ανεπάρκειας
🇪🇸 Los investigadores estudian las causas de la inmunodeficiencia
|
científico |