σχιζοφρενικός Español
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Ο άνθρωπος είναι σχιζοφρενικός
🇪🇸 La persona está esquizofrénica
🇬🇷 Η διαταραχή είναι σχιζοφρενική
🇪🇸 El trastorno es esquizofrénico
|
médico | |
|
raro
🇬🇷 Έχει μια σχιζοφρενική φύση
🇪🇸 Tiene una naturaleza dividida
🇬🇷 Ο χαρακτήρας του είναι σχιζοφρενικός
🇪🇸 Su carácter es dividido
|
literario | |
|
común
🇬🇷 Αυτός είναι σχιζοφρενικός
🇪🇸 Él está paranoico
🇬🇷 Η συμπεριφορά του είναι σχιζοφρενική
🇪🇸 Su comportamiento es paranoico
|
informal |