συναρτησιακός Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Η συναρτησιακή δομή είναι βασική για τον προγραμματισμό
🇪🇸 La estructura funcional es fundamental para la programación
🇬🇷 Ο συναρτησιακός προγραμματισμός χρησιμοποιεί συναρτήσεις
🇪🇸 La programación funcional utiliza funciones
|
técnico | |
|
formal
🇬🇷 Οι συναρτησιακές σχέσεις περιγράφουν δεδομένα
🇪🇸 Las relaciones funcionales describen datos
🇬🇷 Σε βάσεις δεδομένων, ο συναρτησιακός καθορισμός είναι σημαντικός
🇪🇸 En bases de datos, la definición relacional es importante
|
científico | |
|
común
🇬🇷 Αυτή η ιδιότητα είναι συναρτησιακή
🇪🇸 Esta propiedad es de función
🇬🇷 Οι συναρτησιακές ιδιότητες είναι σημαντικές
🇪🇸 Las propiedades de función son importantes
|
uso cotidiano | |
|
común
🇬🇷 Ο αλγόριθμος βασίζεται σε συναρτησιακές αρχές
🇪🇸 El algoritmo se basa en principios funcionales
🇬🇷 Η προσέγγιση είναι συναρτησιακή και αποτελεσματική
🇪🇸 El enfoque es funcional y efectivo
|
formal |