πρωτοπαλίκαρο Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Ο πρωτοπαλίκαρος έκλεψε την τσάντα
🇪🇸 El ladronzuelo robó la bolsa
🇬🇷 Ο πρωτοπαλίκαρος είναι συχνά ο αρχηγός της ομάδας
🇪🇸 El ladronzuelo suele ser el líder del grupo
|
coloquial | |
|
formal
🇬🇷 Ο πρωτοπαλίκαρος ήταν νέος στρατιώτης
🇪🇸 El recluta era un soldado nuevo
🇬🇷 Ο πρωτοπαλίκαρος ξεκίνησε την καριέρα του ως νεοσύλλεκτος
🇪🇸 El recluta empezó su carrera como soldado novato
|
formal | |
|
raro
🇬🇷 Ο πρωτοπαλίκαρος ήταν ένα πονηρό παιδί
🇪🇸 El pícaro era un niño astuto
🇬🇷 Σε αυτό το μυθιστόρημα, ο πρωτοπαλίκαρος είναι ένας πονηρός ήρωας
🇪🇸 En esta novela, el pícaro es un héroe astuto
|
literario | |
|
raro
🇬🇷 Ο πρωτοπαλίκαρος αναφέρεται στον πρώτο που άρχισε την εκστρατεία
🇪🇸 El primer alistado se refiere al primero que inició la campaña
🇬🇷 Στην στρατιωτική ορολογία, ο πρωτοπαλίκαρος είναι ο πρώτος που κατατάσσεται
🇪🇸 En terminología militar, el primer alistado es el primero en enlistarse
|
técnico |