προσωπικότητα Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Η προσωπικότητα του ανθρώπου καθορίζει τη συμπεριφορά του.
🇪🇸 La personalidad de la persona determina su comportamiento.
🇬🇷 Η προσωπικότητα της συγγραφέα ξεχωρίζει στο μυθιστόρημα.
🇪🇸 La personalidad de la escritora destaca en la novela.
|
lengua estándar | |
|
común
🇬🇷 Έχει έναν δυνατό χαρακτήρα.
🇪🇸 Tiene un carácter fuerte.
🇬🇷 Ο χαρακτήρας του είναι αξιόπιστος.
🇪🇸 Su carácter es confiable.
|
formal | |
|
común
🇬🇷 Η προσωπικότητα του ήρωα αποκαλύπτεται στην ιστορία.
🇪🇸 La personalidad del héroe se revela en la historia.
🇬🇷 Ο συγγραφέας διερευνά την εσωτερική προσωπικότητα.
🇪🇸 El autor explora la personalidad interior.
|
literario | |
|
formal
🇬🇷 Η προσωπικότητα είναι μια σύνθετη ψυχολογική δομή.
🇪🇸 La personalidad es una estructura psicológica compleja.
🇬🇷 Η ανάπτυξη της προσωπικότητας επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες.
🇪🇸 El desarrollo de la personalidad está influenciado por varios factores.
|
académico |