ομιλητικός Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Είναι ομιλητικός και πάντα μιλάει πολύ
🇪🇸 Es muy hablador y siempre habla mucho.
🇬🇷 Η Μαρία είναι ομιλητική και κοινωνική
🇪🇸 María es habladora y social.
|
uso cotidiano | |
|
formal
🇬🇷 Μην πιστεύεις τον ομιλητικό τύπο αυτόν
🇪🇸 No creas a ese tipo charlatán.
🇬🇷 Ο ομιλητικός αυτός άνθρωπος λέει πολλά χωρίς να λέει τίποτα
🇪🇸 Esa persona habladora dice mucho sin decir nada.
|
formal | |
|
común
🇬🇷 Είναι πολύ ομιλητικός σε συγκεντρώσεις
🇪🇸 Es muy extrovertido en reuniones.
🇬🇷 Ο Νίκος είναι ομιλητικός και εύθυμος
🇪🇸 Nikos es extrovertido y alegre.
|
coloquial | |
|
raro
🇬🇷 Ο συγγραφέας περιγράφει έναν ομιλητικό χαρακτήρα
🇪🇸 El autor describe a un personaje loquaz.
🇬🇷 Ο ομιλητικός άνθρωπος ήταν ο πρωταγωνιστής της ιστορίας
🇪🇸 El hombre locuaz fue el protagonista de la historia.
|
literario |