λευκαντικό Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Χρησιμοποιώ λευκαντικό για τα ρούχα
🇪🇸 Uso blanqueador para la ropa
🇬🇷 Το λευκαντικό λευκαίνει τα λευκά ρούχα
🇪🇸 El blanqueador blanquea la ropa blanca
|
técnico | |
|
común
🇬🇷 Πρόσθεσα λευκαντικό στο πλυντήριο
🇪🇸 Agregué blanqueador a la lavadora
🇬🇷 Το λευκαντικό κάνει τα ρούχα πιο λευκά
🇪🇸 El blanqueador hace que la ropa sea más blanca
|
uso cotidiano | |
|
común
🇬🇷 Χρησιμοποιώ λεγία για το πλύσιμο
🇪🇸 Uso lejía para lavar
🇬🇷 Η λεγία βοηθά στο να απομακρυνθούν οι λεκέδες
🇪🇸 La lejía ayuda a eliminar las manchas
|
lengua estándar | |
|
raro
🇬🇷 Ο συγγραφέας χρησιμοποίησε το λευκαντικό ως μεταφορικό
🇪🇸 El escritor usó el blanqueador como metáfora
🇬🇷 Ο λευκαντικός κόσμος περιγράφεται στη λογοτεχνία
🇪🇸 El mundo del blanqueador se describe en la literatura
|
literario |