κόκαλο Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Το κόκαλο του ψαριού είναι σκληρό
🇪🇸 El hueso del pescado es duro
🇬🇷 Έφαγε το κόκαλο και πονάει το στομάχι του
🇪🇸 Se tragó un hueso y le duele el estómago
|
uso cotidiano | |
|
formal
🇬🇷 Τα κόκαλα του ζώου χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία
🇪🇸 Los huesos del animal se utilizan en la industria
🇬🇷 Εξήγαγαν τα κόκαλα από το κρανίο
🇪🇸 Sacaron los huesos del cráneo
|
técnico | |
|
informal
🇬🇷 Πάρε ένα κόκαλο και ησύχασε
🇪🇸 Toma un respiro y tranquilízate
🇬🇷 Έλα, κόκαλο! Μην ανησυχείς τόσο
🇪🇸 Vamos, bocanada! No te preocupes tanto
|
coloquial | |
|
raro
🇬🇷 Το κόκαλο της ιστορίας
🇪🇸 El hueso de la historia
🇬🇷 Το κόκαλο της σιωπής
🇪🇸 El hueso del silencio
|
literario |