καταστρέφω Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Ο σεισμός κατέστρεψε πολλά κτίρια.
🇪🇸 El terremoto destruyó muchos edificios.
🇬🇷 Μην καταστρέφεις τα έγγραφά μου.
🇪🇸 No destruyas mis documentos.
|
lengua estándar | |
|
común
🇬🇷 Η βροχή κατέστρεψε τα σχέδιά μας για πικνίκ.
🇪🇸 La lluvia arruinó nuestros planes para el picnic.
🇬🇷 Η κακή διαχείριση κατέστρεψε την επιχείρηση.
🇪🇸 La mala gestión arruinó el negocio.
|
uso cotidiano | |
|
formal
🇬🇷 Ο πόλεμος κατέστρεψε πολλές πόλεις.
🇪🇸 La guerra devastó muchas ciudades.
🇬🇷 Η πλημμύρα κατέστρεψε τις καλλιέργειες.
🇪🇸 La inundación devastó las cosechas.
|
formal | |
|
formal
🇬🇷 Το δικαστήριο κατέστρεψε το συμβόλαιο.
🇪🇸 El tribunal anuló el contrato.
🇬🇷 Η απόφαση κατέστρεψε όλες τις προηγούμενες συμφωνίες.
🇪🇸 La decisión anuló todos los acuerdos previos.
|
legal |