καθυστέρησηχρονοτριβή Español

4 traducciones
Traducción Contexto Audio
común
🇬🇷 Η καθυστέρηση στο τραίνο ήταν μεγάλη.
🇪🇸 El retraso del tren fue grande.
🇬🇷 Λόγω της καθυστέρησης δεν φτάσαμε στην ώρα μας.
🇪🇸 Debido al retraso no llegamos a tiempo.
uso cotidiano
formal
🇬🇷 Η καθυστέρηση στην παράδοση των εγγράφων προκάλεσε προβλήματα.
🇪🇸 La demora en la entrega de los documentos causó problemas.
🇬🇷 Παρακαλούμε να αποφύγετε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης.
🇪🇸 Por favor, evite cualquier demora en la presentación de la solicitud.
formal
común
🇬🇷 Αυτή η συζήτηση είναι καθυστέρηση και χρονοτριβή.
🇪🇸 Esta discusión es una pérdida de tiempo.
🇬🇷 Η καθυστέρηση στην απόφαση ήταν απλά χρονοτριβή.
🇪🇸 El retraso en la decisión fue simplemente pérdida de tiempo.
coloquial
formal
🇬🇷 Η καθυστέρηση των διαδικασιών θεωρείται νομική χρονοτριβή.
🇪🇸 La dilación en los procedimientos se considera un retraso legal.
🇬🇷 Η χρονοτριβή στην εκδίκαση της υπόθεσης επηρέασε το δικαστήριο.
🇪🇸 La dilación en el juicio del caso afectó al tribunal.
legal