αναποτελεσματικός Español
4 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇬🇷 Ο τρόπος αυτός είναι αναποτελεσματικός
🇪🇸 Este método es ineficaz
🇬🇷 Η πολιτική ήταν αναποτελεσματική
🇪🇸 La política fue ineficaz
|
formal | |
|
común
🇬🇷 Ο μηχανισμός είναι αναποτελεσματικός
🇪🇸 El mecanismo es ineficiente
🇬🇷 Η διαδικασία είναι αναποτελεσματική
🇪🇸 El proceso es ineficiente
|
técnico | |
|
común
🇬🇷 Η προσπάθεια ήταν αναποτελεσματική
🇪🇸 El esfuerzo fue sin resultado
🇬🇷 Δεν πέτυχε, ήταν αναποτελεσματικός
🇪🇸 No tuvo éxito, fue sin resultado
|
uso cotidiano | |
|
común
🇬🇷 Ο νόμος ήταν αναποτελεσματικός
🇪🇸 La ley fue ineficaz
🇬🇷 Οι κανονισμοί ήταν αναποτελεσματικοί
🇪🇸 Las regulaciones fueron ineficaces
|
legal |