võimatu Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇪🇪 See on võimatu ülesanne.
🇬🇷 Αυτή είναι μια αδύνατη αποστολή.
🇪🇪 On võimatu seda teha ilma abita.
🇬🇷 Είναι αδύνατον να το κάνεις χωρίς βοήθεια.
|
lengua estándar | |
|
técnico
🇪🇪 Projekt osutus võimatuks tehnilistel põhjustel.
🇬🇷 Το έργο αποδείχθηκε μη πραγματοποιήσιμο λόγω τεχνικών λόγων.
🇪🇪 See meetod on võimatu rakendada tänapäeva tingimustes.
🇬🇷 Αυτή η μέθοδος είναι μη πραγματοποιήσιμη στις σύγχρονες συνθήκες.
|
técnico | |
|
formal
🇪🇪 Tema unistus tundus võimatu.
🇬🇷 Το όνειρό του φαινόταν ακατόρθωτο.
🇪🇪 Võimatu ülesanne nõudis suurt julgust.
🇬🇷 Η ακατόρθωτη αποστολή απαιτούσε μεγάλο θάρρος.
|
literario |