voskovat Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
raro
🇨🇿 Voskovat se používá při úpravě skleněných povrchů.
🇬🇷 Το γυαλοσφαίρισμα χρησιμοποιείται κατά την επεξεργασία γυάλινων επιφανειών.
🇨🇿 Technici voskují sklo, aby bylo lesklejší.
🇬🇷 Οι τεχνικοί γυαλοσφαιρίζουν το γυαλί για να το κάνουν πιο λαμπερό.
|
técnico | |
|
común
🇨🇿 Voskovat boty je důležitá práce.
🇬🇷 Το βουρτσίζω το κερί είναι σημαντική δουλειά.
🇨🇿 Každé ráno voskuji své boty.
🇬🇷 Κάθε πρωί βουρτσίζω το κερί στα παπούτσια μου.
|
uso cotidiano | |
|
raro
🇨🇿 Váš obraz byl voskovatý a lesklý.
🇬🇷 Η εικόνα σας ήταν γυαλοσκέπαστη και λαμπερή.
🇨🇿 Umělec voskoval své dílo do dokonalosti.
🇬🇷 Ο καλλιτέχνης γυαλοσκούπισε το έργο του στην τελειότητα.
|
literario |