epilepsie Griego
3 traducciones
| Traducción | Contexto | Audio |
|---|---|---|
|
común
🇨🇿 Má epilepsii.
🇬🇷 Έχει επιληψία.
🇨🇿 Léčí svou epilepsii léky.
🇬🇷 Θεραπεύει την επιληψία του με φάρμακα.
🇨🇿 Epilepsie je neurologické onemocnění.
🇬🇷 Η επιληψία είναι μια νευρολογική ασθένεια.
|
médico | |
|
común
🇨🇿 Mám epilepsii a občas dostanu záchvat.
🇬🇷 Έχω επιληψία και κάποιες φορές παθαίνω κρίση.
🇨🇿 Jeho epilepsie způsobila, že měl několik záchvatů.
🇬🇷 Η επιληψία του προκάλεσε αρκετούς σπασμούς.
🇨🇿 Lékař mi řekl, že mám epilepsii a že musím být opatrný.
🇬🇷 Ο γιατρός μου είπε ότι έχω επιληψία και πρέπει να είμαι προσεκτικός.
|
uso cotidiano | |
|
formal
🇨🇿 Epilepsie je typ neurologické poruchy.
🇬🇷 Η επιληψία είναι ένας τύπος νευρολογικής διαταραχής.
🇨🇿 Studie se zaměřuje na epileptické poruchy.
🇬🇷 Η μελέτη εστιάζει στις επιληπτικές διαταραχές.
|
técnico |